σάλος

σάλος
Grammatical information: m.
Meaning: `turbulent movement of the sea, flushing of the waves', also `anchorage, roads' as opposed to a protected harbour (S., E., Lys., hell. a. late), metaph. of an earthquake (E. IT 46), `turbulent emotion' (LXX, Gal., Max. Tyr.; cf. ἀσαλής, σάλη below).
Compounds: Some late compp., e.g. ἐπί-σαλος `exposed to the σάλος' (Secund., Peripl. M. Rubr. a.o.); prob. also in the ep. κονί-σαλος `cloud of dust' (s. κόνις). With transference to the σ-stems ἀ-σαλής `unshaken, unconcerned' (A. Fr. 319 = 634 M.) with ἀσάλ-εια f. = ἀμεριμνία, ἀλογιστία (Sophr. 113), ἀσαλεῖν ἀφροντιστῆσαι H.; to this, prob. as backformation, σάλη, σάλᾱ f. = φροντίς (Et. Gen., H.).
Derivatives: Denomin.: 1. σαλεύω, also w. prefix, e.g. ἀπο-, ἐπι-, δια-, prop. of the ship `to roll (on the waves), to throw oneself about, to oscillate', trans. `to make oscillate, to shock' (Att. since A., also Hp., hell. a. late) with σάλευσις (δια-) f. `oscillation' (Arist. a.o.), σάλευμα n. `id.' (D. Chr.). 2. σαλόομαι `to go with a rocking motion' (EM as explanation of σαλάκων). -- With velar suffix: 1. σάλαξ, -ακος m. `large sieve of mineworkers' (Arist. or Thphr. ap. Poll.), also as Att. name of a potter (Σάλαχς; Krahe IF 57, 113), -αγξ μεταλλικὸν σκεῦος H.; σαλάκων, -ωνος m. `boaster, swaggerer, dandy' (Arist.; of the varying Ganges) with σαλακων-ία (-εία) f. (Arist., Alciphr.), -ίζω (δια- Ar.), -ίζομαι, -εύομαι (H., Phot., Suid.); σαλάσσω (ἐκ-) `to shake' (Nic., AP), prob. directly from σάλος after τινάσσω, ταράσσω a.o. 2. σαλαγέω = σαλάσσω, σαλεύω (Opp., Orac. ap. Luc.), σαλαγή βοή H.; cf. πατα-γέω, -σσω.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Orig. technical word of sailors language; without convincing etymology. A very doubtful hypothesis (Lat. tullius etc.) s. τύλη, τύλος. -- Furnée 256 connects θάλασσα\/*σάλασσα (s.v.) and ζάλη, ζάλος `tornado, whirlpool' and concludes that the word is Pre-Greek. This is confirmed\/shown by the suffixes -αγ-, -ακ-, -αγκ-; cf. σηλαγγεύς (s.v.). -- Lat. LW [loanword] salus, salum ?
Page in Frisk: 2,673-674

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • σαλός — ο юродивый: δια Χριστόν σαλός юродивый Христа ради – святой, который ради веры в Христа оставил все, «сошел с ума» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σαλός — silly masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάλος — tossing motion masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλός — ή, ό / σαλός, ή, όν, ΝΜΑ ανόητος, μωρός, ηλίθιος, ανισόρροπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. έχει πιθ. προέλθει από τη λ. σάλος με καταβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • σάλος — ο 1. κλυδωνισμός, ταλάντευση πλοίου. 2. θαλασσοταταχή: Οι ισχυροί άνεμοι προκάλεσαν σάλο. 3. μτφ., ταραχή, αναστάτωση: Πολιτικός σάλος. – Δημιουργήθηκε σάλος μέσα στην αίθουσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλος — ο, ΝΜΑ 1. ισχυρή κύμανση τής θάλασσας, θαλασσοταραχή («ἐν πόντου σάλῳ πολλοῑς διαύλοις κυμάτων φορούμενος», Ευρ.) 2. (για πλοία, καθώς και για τους επιβάτες του) κλυδωνισμός λόγω τρικυμίας 3. μτφ. α) θορυβώδης ανακίνηση, ανατάραξη (α. «σάλο… …   Dictionary of Greek

  • σάλος — [салос] ουσ. а. зыбь, волнение на море, (μεταφ.) волнение, беспокойство …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαλός — ή, ό ανόητος, ηλίθιος, τρελός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαλά — σαλός silly neut nom/voc/acc pl σαλά̱ , σαλός silly fem nom/voc/acc dual σαλά̱ , σαλός silly fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλόν — σαλός silly masc acc sg σαλός silly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάλω — σάλος tossing motion masc nom/voc/acc dual σάλος tossing motion masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.